ἔκγονος


ἔκγονος
ὁ ἔκ|γονος потомок (ср. ἔγγονος внук)

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "ἔκγονος" в других словарях:

  • ἔκγονος — born of masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • έκγονος — ο (AM ἔκγονος, ον και ἔκγονος, η, ον) 1. απόγονος 2. ο εγγονός αρχ. 1. ως ουσ. τέκνο, παιδί κάποιου, γιος ή κόρη («Τυδέος ἔκγονός ἐσσι») 2. φρ. α) «ἔκγονοι ἐκγόνων» παιδιά τών παιδιών, εγγόνια β) αυτός που προέρχεται, προκαλείται από κάπου… …   Dictionary of Greek

  • ἐκγόνω — ἔκγονος born of masc/fem/neut nom/voc/acc dual ἔκγονος born of masc/fem/neut gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔκγονον — ἔκγονος born of masc/fem acc sg ἔκγονος born of neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκγόνοις — ἔκγονος born of masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκγόνοισι — ἔκγονος born of masc/fem/neut dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκγόνοισιν — ἔκγονος born of masc/fem/neut dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκγόνου — ἔκγονος born of masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκγόνους — ἔκγονος born of masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκγόνων — ἔκγονος born of masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκγόνῳ — ἔκγονος born of masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)